| Πρωτότυπο Κείμενο
|
Ἑρμηνεία Ἰωάννου Κολιτσάρα
|
Ἑρμηνεία Παναγιώτη Τρεμπέλα
|
ΟΓΟΣ
Κυρίου, ὃς ἐγενήθη πρὸς Σοφονίαν τὸν τοῦ Χουσί, υἱὸν Γοδολίου, τοῦ Ἀμορίου, τοῦ
Ἐζεκίου, ἐν ἡμέραις Ἰωσίου υἱοῦ Ἀμὼν βασιλέως
Ἰούδα.
|
όγος,
τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Σοφονίαν, υἱὸν τοῦ Χουσί, ἔγγονον τοῦ
Γοδολίου, δισέγγονον τοῦ Ἀμορίου καὶ τρισέγγονον τοῦ Ἐζεκίου. Ὁ Σοφονίας ἔζησε
κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας Ἰωσίου, υἱοῦ τοῦ Ἀμών.
|
o βιβλίον αὖτο περιέχει τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, τοὺς
ὁποίους εἶπεν εἰς τὸν Σοφονίαν, τὸν υἱὸν τοῦ Χουσί, ἔγγονον τοῦ Γοδολίου,
δισέγγονον τοῦ Ἀμορίου καὶ τρισέγγονον τοῦ Ἐζεκου· εἰς τὸν Σοφονίαν, ὁ ὁποῖος ἔζησε
κατὰ τὴν περίοδον τοῦ βασιλέως Ἰωσία, υἱοῦ τοῦ Ἀμών, βασιλιᾶ τοῦ Ἰούδα.
|
|
2 Ἐκλείψει
ἐκλιπέτω ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς, λέγει Κύριος,
|
2 Ἂς ἐξαφανισθοῦν
ἀμέσως καὶ πλήρως ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, λέγει ὁ Κύριος,
|
2 Ἂς ἐξαφανισθοῦν ἀμέσως καὶ ἐντελῶς ἀπὸ τὸ
πρόσωπον τῆς γῆς, λέγει ὁ Κύριος·
|
|
3 ἐκλιπέτω
ἄνθρωπος καὶ κτήνη, ἐκλιπέτω τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ ἰχθύες τῆς θαλάσσης,
καὶ ἀσθενήσουσιν οἱ ἀσεβεῖς καὶ ἐξαρῶ τοὺς ἀνόμους ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς, λέγει
Κύριος.
|
3 ἂς ἐξαφανισθοῦν
οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ζῶα ἂς λείψουν τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ ἰχθύες τῆς θαλάσσης,
ἂς ἀτονίσουν καὶ ἂς ἀσθενήσουν οἱ ἀσεβεῖς. Θὰ ξερριζώσω τοὺς ἀνόμους ἀπὸ τὸ πρόσωπον
τῆς γῆς, λέγει ὁ Κύριος.
|
3 ἂς ἐξαφανισθοῦν ἄνθρωποι καὶ ζῶα, ἂς ἀξαφανισθοῦν
τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ ἰχθύες τῶν θαλασσῶν, ἂς κλονισθοῦν καὶ ἂς ἀδυνατίσουν
οἱ ἀσεβεῖς· θὰ ξερριζώσω, θὰ καταστρέψω τοὺς ἀνόμους ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς,
λέγει ὁ Κύριος.
|
|
4 Καὶ
ἐκτενῶ τὴν χεῖρά μου ἐπὶ Ἰούδαν καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας Ἱερουσαλὴμ καὶ
ἐξαρῶ ἐκ τοῦ τόπου τούτου τὰ ὀνόματα τῆς Βάαλ καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἱερέων
|
4 Θὰ ἀπλώσω
τὴν παντοδύναμον τιμωρὸν χεῖρα μου ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐναντίον ὅλων, ὅσοι
κατοικοῦν τὴν Ἱερουσαλήμ. Θὰ ἐξαφανίσω ἀπὸ τὸν τόπον τοῦτον καὶ τὰ ὀνόματα ἀκόμη
τῶν εἰδώλων τοῦ Βάαλ καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἱερέων των.
|
4 Τὸ μέχρι τώρα εὐεργετικὸν χέρι μου θὰ τὸ ἀπλώσω
τιμωρητικὸν ἐναντίον τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα καὶ ἐναντίον ὅλων, ὅσων κατοικοῦν εἰς
τὴν Ἱερουσαλήμ· καὶ θὰ ξερριζώσω, θὰ ἐξαφανίσω ἀπὸ τὸν τόπον αὐτόν, ἀπὸ τὴν
μολυσμένην Ἱερουσαλήμ, τὴν ἐνθύμησιν, τὸ εἰδωλολατρικὸν φρόνημα καὶ τὴν φήμην τῶν
εἰδώλων τῆς Βάαλ καὶ αὐτὰ τὰ ὀνόματα τῶν εἰδωλολατρῶν ἱερέων.
|
|
5 καὶ
τοὺς προσκυνοῦντας ἐπὶ τὰ δώματα τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τοὺς ὀμνύοντας κατὰ
τοῦ Κυρίου καὶ τοὺς ὀμνύοντας κατὰ τοῦ βασιλέως αὐτῶν
|
5 Καὶ
ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ ἠλιακωτὰ τῶν οἰκιῶν των προσκυνοῦν τὴν στρατιὰν τῶν ἀστέρων
τοῦ οὐρανοῦ· καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀσέβειαν ὁρκίζονται ἐνώπιον τοῦ Κυρίου,
ὅπως καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὁρκίζονται ἀσεβῶς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως
των.
|
5 Θὰ ξερριζώσω ἐπίσης καὶ θὰ ἐξαφανίσω ὅλους, ὅσους
προσκυνοῦν καὶ λατρεύουν <εἰς θυσιαστήρια στημένα> ἐπάνω εἰς τὶς ταράτσες
τὰ ἄστρα, ποὺ μοιάζουν ὡς στρατὸς τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ὅσους ὁρκίζονται μὲ ἀσέβειαν
εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ βασιλιᾶ των
|
|
6 καὶ
τοὺς ἐκκλίνοντας ἀπὸ τοῦ Κυρίου καὶ τοὺς μὴ ζητοῦντας τὸν Κύριον καὶ τοὺς μὴ ἀντεχομένους
τοῦ Κυρίου.
|
6 Θὰ
τιμωρήσω αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι παρεκκλίνουν ἀπὸ τὰς ἐντολὰς καὶ τὰς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου,
αὐτούς ποὺ δὲν ζητοῦν διὰ τῆς προσευχῆς των τὸν Κύριον καὶ δὲν κρατοῦν αὐτὸν ὡς
στήριγμά των.
|
6 ἐπίσης καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρεκκλίνουν ἀπὸ τὶς
ἅγιες ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, καὶ ἐκείνους οἰ ὁποῖοι δὲν ζητοῦν μὲ τὴν καρδά των τὸν
Κύριον, καὶ ὅσους δὲν εἶναι προσηλωμένοι σταθερὰ καὶ δὲν στηρίζονται μὲ πίστιν
εἰς τὸν Κύριον.
|
|
-7 Εὐλαβεῖσθε
ἀπὸ προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ, διότι ἐγγὺς ἡμέρα τοῦ Κυρίου, ὅτι ἡτοίμασε Κύριος
τὴν θυσίαν αὐτοῦ, καὶ ἠγίακε τοὺς κλητοὺς αὐτοῦ.
|
7
Σεβασθῆτε καὶ φοβηθῆτε Κύριον τὸν Θεόν, διότι ἔφθασεν ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου. Ὁ Κύριος
ἔχει ἑτοιμάσει τὴν εὐπρόσδεκτον θυσίαν του· πρὸς τοῦτο δὲ ἔχει καλέσει καὶ ἁγιάσει
τοὺς ἐκλεκτούς, οἱ ὁποῖοι θὰ τὴν προσφέρουν.
|
7 Σταθῆτε μὲ ἁγίαν σιωπήν, ἱερὸν φόβον καὶ βαθεῖαν
εὐλάβειαν ἐμπρὸς εἰς τὸν παντοκράτορα Κύριον καὶ Θεόν, διότι ἐπλησίασεν ἡ ἡμέρα
τοῦ Κυρίου, ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως καὶ καταδίκης· διότι ὁ Κύριος ἔχει ἑτοιμάσει τὴν
σφαγὴν τῶν παρανόμων καὶ ἔχει ξεχωρίσει ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐκάλεσε διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν
τῆς δικαίας τιμωρίας του.
|
|
8 Καὶ
ἔσται ἐν ἡμέρᾳ θυσίας Κυρίου καὶ ἐκδικήσω ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον
τοῦ βασιλέως καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἐνδεδυμένους ἐνδύματα ἀλλότρια·
|
8 Κατὰ
τὴν ἡμέραν τῆς μεγάλης αὐτῆς θυσίας τοῦ Κυρίου, θὰ τιμωρήσω τοὺς ἄρχοντας, λέγει
ὁ Κύριος, τὴν βασιλικὴν αὐλὴν καὶ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φοροῦν ἀταίριαστα
πρὸς τὸ φῦλον των ἢ ξένα εἰδωλολατρικὰ ἐνδύματα.
|
8 Κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς σφαγῆς τῶν παρανόμων ἐκ
μέρους τοῦ Κυρίου θὰ συμβῇ τοῦτο: Θὰ τιμωρήσω <λέγει ὁ Κύριος> τοὺς αὐλικοὺς
ἄρχοντας καὶ τὴν βασιλικὴν αὐλὴν καὶ ὅσους φοροῦν ξενότροπα ἐνδύματα ἢ ἀταίριαστα
πρὸς τὸ φῦλον των, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦν οἱ ἐθνικοὶ καὶ τὰ ὁποῖα ἀπαγορεύει ὁ
Μωσαϊκὸς νόμος.
|
|
9 καὶ
ἐκδικήσω ἐπὶ πάντας ἐμφανῶς ἐπὶ τὰ πρόπυλα ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, τοὺς πληροῦντας
τὸν οἶκον Κυρίου Θεοῦ αὐτῶν ἀσεβείας καὶ δόλου.
|
9 Θὰ ἀποστείλω
φανερὰν τὴν τιμωρίαν ἐναντίον ὅλων αὐτῶν, ποὺ θὰ εὐρίσκωνται εἰς τὰ προπύλαια
τοῦ ναοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην· αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι γεμίζουν τὸν μὲν ναὸν Κυρίου
τοῦ Θεοῦ των μὲ τὰς ἀσεβείας των, τοὺς δὲ ἀνθρώπους μὲ τὰς δολιότητάς των.
|
9 Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην θὰ τιμωρήσω ὁλοφάνερα ἐμπρὸς
εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ Ναοῦ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, εἰσερχόμενοι εἰς τὸν ἅγιον
ναὸν Κυρίου τοῦ Θεοῦ των, τὸν γεμίζουν μὲ τὴν ἀσέβειαν τῶν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ μὲ
τὰ αἰσθήματα δόλου πρὸς τοὺς ἀνθρώπους.
|
|
10 Καὶ
ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, λέγει Κύριος, φωνὴ κραυγῆς ἀπὸ πύλης ἀποκεντοῦντων καὶ
ὀλολυγμὸς ἀπὸ τῆς δευτέρας καὶ συντριμμὸς μέγας ἀπὸ τῶν βουνῶν.
|
10
Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, λέγει ὁ Κύριος, θὰ ἀκουσθοῦν κοπετοί, φωναὶ καὶ κραυγαὶ
ἀπὸ τὴν πύλην, ὅπου οἱ σφαγεῖς θὰ φονεύουν, καὶ ὀλοφυρμοὶ ἀπὸ τὴν δευτέραν νεωτέραν
πόλιν καὶ μέγας συντριμμὸς ἀπὸ τὰ βουνά.
|
10 Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην θὰ συμβῇ τοῦτο, λέγει ὁ
Κύριος: Φοβερὲς κραυγὲς καὶ ἄγριες φωνὲς θὰ ἀκουσθοῦν ἀπὸ τὴν πύλην, ποὺ θὰ
προέρχωνται ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι εἰσώρμησαν καὶ σφάζουν ἀδιακρίτως ὅσους
συναντοῦν, ἀφόρητοι δὲ θρῆνοι, κλαυθμοὶ καὶ ξεφωνητὰ τρόμου ἀπὸ τὴν δευτέραν
συνοικίαν <τὸ νεώτερον τμῆμα τῆς Ἱερουσαλήμ>, καὶ θὰ γίνῃ μεγάλη
καταστροφὴ καὶ ὅλεθρος εἰς ἐκείνους, ποὺ κατέφυγαν εἰς ὑψηλοτέρους τόπους <τὰ
βουνά> μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ διαφύγουν τὸν κίνδυνον.
|
|
11
Θρηνήσατε, οἱ κατοικοῦντες τὴν κατακεκομμένην, ὅτι ὡμοιώθη πᾶς ὁ λαὸς Χαναάν, ἐξωλοθρεύθησαν
πάντες οἱ ἐπῃρμένοι ἀργυρίῳ.
|
11
Θρηνήσατε οἱ κάτοικοι τὴν κατακοπτομένην καὶ σφαγιαζομένην πόλιν, διότι ὅλος ὁ
λαὸς ἐξωμοιώθη μὲ τοὺς Χαναναίους. Ἐξωλοθρεύθησαν καὶ θὰ ἐξολοθρευθοῦν ὅλοι ἐκεῖνοι,
οἱ ὁποῖοι κομπάζουν διὰ τὰ πλούτη των.
|
11 Θρηνῆστε, οἱ κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλήμ, τὴν ὁποίαν
θὰ κατακόψουν τρόπον τινά οἱ ἐχθροί, σφάζοντες τοὺς κατοίκους καὶ
κατατεμαχίζοντες τὶς οἰκοδομές· διότι ὅλος ὁ λαός της ἐμιμήθη τοὺς ἀσεβεῖς καὶ
εἰδωλολατρικοὺς τρόπους ζωῆς τῶν ἀλλογενῶν Χαναναίων. Ἐξωλοθρεύθησαν καὶ θὰ
καταστραφοῦν ἐντελῶς, ὅσοι ὑπερηφανεύονται διὰ τὸ ἀργύριόν των καὶ κομπάζουν διὰ
τὰ πλουτη των.
|
|
12 Καὶ
ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐξερευνήσω τὴν Ἱερουσαλὴμ μετὰ λύχνου καὶ ἐκδικήσω ἐπὶ
τοὺς ἄνδρας τοὺς καταφρονοῦντας ἐπὶ τὰ φυλάγματα αὐτῶν. Οἱ δὲ λέγοντες ἐν ταῖς
καρδίαις αὐτῶν· οὐ μὴ ἀγαθοποιήσῃ Κύριος, οὐδ' οὐ μὴ κακώσῃ,
|
12
Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς δικαίας τιμωρίας θὰ ἐξερευνήσω διὰ λύχνου μὲ προσοχὴν
καὶ θὰ τιμωρήσω τοὺς ἄνδρας, τοὺς ὁποίους θὰ εὕρῳ νὰ καταφρονοῦν τὰ καθήκοντά
των. Ἐκείνους οἱ ὁποῖοι λέγουν ἀπὸ μέσα των· ἂς ζήσωμεν, ὅπως μᾶς ἀρέσει, διότι
ὁ Θεὸς οὔτε τὸ καλὸν θὰ ἀμείψῃ οὔτε καὶ τὸ κακὸν θὰ τιμωρήσῃ.
|
12 Καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς κρίσεως τοῦ
Κυρίου θὰ συμβῇ τοῦτο: Θὰ ἐξερευνήσω μὲ λύχνον, δηλαδὴ μὲ ἀκρίβειαν, προσοχὴν
καὶ ἐπιμέλειαν τὴν Ἱερουσαλήμ, ὥστε τίποτε νὰ μή μου διαφύγῃ· καὶ θὰ τιμωρήσω
τοὺς ἄνδρας, ποὺ περιφρονοῦν ἐντελῶς τὰ καθήκοντά των καὶ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους
ὥρισα καὶ ἔπρεπε νὰ φυλάττουν μὲ ἀκρίβειαν. Εἰς ἐκείνους δέ, οἱ ὁποῖοι λέγουν εἰς
τὰ βάθη τῆς καρδίας των <Δὲν ὑπάρχει Πρόνοια Θεοῦ, ὅλα εἶναι τυχαία, ὁ
Κύριος οὔτε τὸ καλὸν θὰ ἀμείψῃ, ἀλλ ’ οὔτε καὶ τὸ κακὸν θὰ τιμωρήσῃ>,
|
|
13 καὶ
ἔσται ἡ δύναμις αὐτῶν εἰς διαρπαγὴν καὶ οἱ οἶκοι αὐτῶν εἰς ἀφανισμόν, καὶ οἰκοδομήσουσιν
οἰκίας καὶ οὐ μὴ κατοικήσουσιν ἐν αὐταῖς καὶ καταφυτεύσουσιν ἀμεπελῶνας καὶ οὐ
μὴ πίωσι τὸν οἶνον αὐτῶν.
|
13 Ἀλλὰ
τὰ πλούτη των, ποὺ τὰ ἐθεωροῦσαν δύναμίν των, θὰ διαρπαγοῦν, τὰ σπίτια των καὶ
αἱ οἰκογένειαί των θὰ ἐξαφανισθοῦν. Θὰ οἰκοδομήσουν οἰκίας καὶ δὲν θὰ κατοικήσουν
εἰς αὐτάς, θὰ φυτεύσουν καὶ θὰ καλλιεργήσουν ἐπιμελῶς πολλὰς ἀμπέλους καὶ δὲν θὰ
πίουν τὸ κρασί των.
|
13 θὰ συμβῇ τοῦτο: Τὰ πλούτη των θὰ λεηλατηθοῦν ἀπὸ
τοὺς ἐχθρούς, οἱ κατοικίες καὶ οἱ οἰκογένειές των θὰ ἐξαφανισθοῦν· θὰ οἰκοδομήσουν
οἰκίες μὲ πολλὴν ἐπιμέλειαν, ἀλλὰ δὲν θὰ τὶς ἀπολαύσουν, διότι δὲν θὰ
κατοικήσουν εἰς αὐτές· θὰ φυτεύσουν καὶ θὰ καλλιεργήσουν ἀμπέλια, δὲν θὰ ἀξιωθοῦν
ὅμως νὰ πιοῦν καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὸ κρασὶ τῶν ἀμπελώνων των.
|
|
-14 Ὅτι
ἐγγὺς ἡμέρᾳ Κυρίου ἡ μεγάλη, ἐγγὺς καὶ ταχεία σφόδρα· φωνὴ ἡμέρας Κυρίου πικρὰ
καὶ σκλητὰ τέτακται.
|
14
Φοβηθῆτε τὸν Κύριον, διότι ἡ ἡμέρα τῆς τιμωρίας ἡ μεγάλη ἔχει πλησιάσει. Πλησιάζει,
ἔρχεται μὲ μεγάλην ταχύτητα. Ὅσα θὰ ἀκουσθοῦν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δικαίας ὑπὸ
τοῦ Κυρίου τιμωρίας, θὰ εἶναι κατ' ἀπόφασιν τοῦ Κυρίου πικρὰ καὶ σκληρά.
|
14 Θρηνῆστε λοιπὸν καὶ φοβηθῆτε, διότι ἡ μεγάλη ἡμέρα
τῆς τιμωρίας τοῦ Κυρίου <ὁ καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ συμβοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ
φοβερά>, ἡ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα ὄχι μερικήν, ἀλλ’ ὁλοκληρωτικὴν
τιμωρίαν, εἶναι πλησίον, ἔρχεται δὲ μὲ πολὺ μεγάλην ταχύτητα. Ὅσα θὰ ἀκουσθοῦν
κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τοῦ Κυρίου, θὰ εἶναι, σύμφωνα μὲ ὅσα ὥρισεν ὁ Κύριος,
πικρὰ καὶ σκληρά.
|
|
15
Δυνατὴ ἡμέρα ὀργῆς ἡ ἡμέρα ἠκείνη, ἡμέρα θλίψεως καὶ ἀνάγκης, ἡμέρα ἀωρίας καὶ ἀφανισμοῦ,
ἡμέρα γνόφου καὶ σκότους, ἡμέρα νεφέλης καὶ ὁμίχλης,
|
15 Ἡ ἡμέρα
ἐκείνη τῆς ὀργῆς τοῦ Κυρίου εἶναι μεγάλη καὶ ἀκατανίκητος, ἡμέρα θλίψεως καὶ ἀνάγκης
τῶν ἀνθρώπων, ἡμέρα στυγνὴ καὶ ἄχαρις, ἡμέρα ἀφανισμοῦ, γνόφος καὶ σκοτάδι θὰ τὴν
καλύπτῃ. Θὰ εἶναι ἡμέρα σκεπασμένη ἀπὸ πυκνὰς νεφέλας καὶ σκοτεινὴν ὁμίχλην.
|
15 Ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Κυρίου εἶναι ἡμέρα ὀργῆς καὶ ἐκδηλώσεως
τῆς ἀκατανικήτου δυνάμεως τοῦ Θεοῦ· ἡμέρα ἰδιαιτέρας θλίψεως καὶ στενοχώριας καὶ
πιεστικῶν ἀναγκῶν· ἡμέρα ἄχαρις, βαθέος σκότους καὶ ἐξαφανισμοῦ· ἡμέρα γεμάτη
σκοτεινὰ καὶ ἀνεμώδη σύννεφα, ἀνεμοστρόβιλον καὶ σκοτάδι· ἡμέρα γεμάτη σκιερὰ σύννεφα,
πυκνὴν ὁμίχλην καὶ καταχνιά, δηλαδὴ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς κτυπήσῃ πλῆθος
δυστυχιῶν καὶ κακῶν.
|
| 16 ἡμέρα
σάλπιγγος καὶ κραυγῆς ἐπὶ τὰς πόλεις τὰς ὀχυρὰς καὶ ἐπὶ τὰς γωνίας τὰς ὑψηλάς |
16 Ἡμέρα,
κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀκούωνται ἦχοι πολεμικῶν σαλπίγγων, κραυγαὶ πολεμιστῶν ἐπάνω
εἰς τὰς ὠχυρωμένας πόλεις καὶ εἰς τοὺς ὑψηλοὺς πύργους τῶν γωνιῶν τοῦ τείχους.
|
16 Ἀκόμη θὰ εἶναι ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀκούωνται
οἱ πολεμικὲς σάλπιγγες καὶ οἱ πολεμικὲς ἰαχὲς τῶν μαχητῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξορμοῦν
εἰς τὶς πολυάνθρωπες ὠχυρωμένες πόλεις καὶ εἰς τοὺς ὑψηλοὺς πύργους, ποὺ εἶναι
κτισμένοι εἰς τὶς γωνίες τῶν τειχῶν.
|
|
17 Καὶ
ἐκθλίψω τοὺς ἀνθρώπους, καὶ πορεύσονται ὡς τυφλοί, ὅτι τῷ Κυρίῳ ἐξήμαρτον· καὶ ἐκχεεῖ
τὸ αἷμα αὐτῶν ὡς χοῦν καὶ τὰς σάρκας αὐτῶν ὡς βόλβιτα.
|
17 Θὰ
ἀποστείλω βαρεῖαν θλῖψιν ἐπάνω εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Θὰ βαδίζουν, ὅπως οἱ τυφλοί,
χωρὶς νὰ γνωρίζουν ποὺ πηγαίνουν, διότι ἔχουν ἁμαρτήσει ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Ὁ Κύριος
θὰ χύσῃ καὶ θὰ σκορπίσῃ τὸ αἷμα των εἰς τὴν γῆν, ὅπως ὁ ἄνεμος διασκορπίζει τὸ
χῶμα. Θὰ ἀφήσῃ ἄταφα καὶ ἀπερριμμένα τὰ πτώματά των, ὡσὰν τὴν κόπρον τῶν βοϊδιῶν.
|
17 Καὶ θὰ στενοχωρήσω ἀπὸ παντοῦ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ
ὁποῖοι, λόγῳ τῆς ὑπερβολῆς τῶν θλίψεων, θὰ βαδίζουν ὡς τυφλοί, χωρὶς νὰ διακρίνουν
καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη, ποὺ εἶναι ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια των. Ὅλα δὲ αὐτὰ θὰ τὰ πάθουν,
διότι ἁμάρτησαν καὶ ἀσέβησαν πάρα πολὺ εἰς τὸν Κύριον. Ὁ Κύριος θὰ χύσῃ τὸ αἷμα
των <ἢ κατ’ ἄλλην γραφήν: Θὰ χύσω τὸ αἷμα των> καὶ θὰ τὸ σκορπίσῃ ὡς κάτι
τὸ περιφρονημένον, ὅπως ὁ ἄνεμος σκορπίζει τὸ χῶμα· καὶ τὰ πτώματά των θὰ τὰ ἀφήσῃ
ἄταφα καὶ ἐγκαταλελειμμένα, ὅπως τὰ κόπρια τῶν βοδιῶν.
|
|
18 Καὶ
τὸ ἀργύριον αὐτῶν καὶ τὸ χρυσίον αὐτῶν οὐ μὴ δύνηται ἐξελέσθαι αὐτοὺς ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς
Κυρίου, καὶ ἐν πυρὶ ζήλου αὐτοῦ καταναλωθήσεται πᾶσα ἡ γῆ, διότι συντέλειαν καὶ
σπουδὴν ποιήσει ἐπὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν.
|
18 Οὔτε
τὸ ἀργύριόν των, οὔτε τὸ χρυσίον των δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ τοὺς γλυτώσῃ κατὰ τὴν ἡμέραν
ἐκείνην τῆς ὀργῆς τοῦ Κυρίου, διότι ὅλη ἡ ἁμαρτωλὴ χώρα θὰ ἐξαφανισθῇ μὲ τὸ
τρομερὸν πῦρ τῆς ὀργῆς τοῦ Κυρίου. Ὁ Κύριος θὰ ἐπιφέρῃ πλήρη καὶ ταχεῖαν
καταατροφὴν εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς χώρας.
|
18 Τὰ πλούτη των, ποὺ συνεκέντρωσαν μὲ ἀδικίες, θὰ ἀποδειχθοῦν
ἐντελῶς ἄχρηστα, διότι καὶ τὸ ἀργύριόν των καὶ τὸ χρυσάφι των δὲν θὰ ἠμπορέσουν
εἰς τίποτε νὰ τοὺς ὠφελήσουν καὶ να τοὺς γλυτώσουν ἀπὸ τὸν ἀφανισμὸν κατὰ τὴν ἡμέραν
τῆς ὀργῆς τοῦ Κυρίου· καὶ μὲ τὴν θείαν ὀργήν, ποὺ ὁμοιάζει μὲ τὴν φωτιὰ τῆς
ζηλοτυπίας, θὰ καταστραφῇ πλήρως ὅλη ἡ γῆ. Διότι ὁ Κύριος θὰ ἐπιφέρῃ ὁλοκληρωτικὴν
καὶ ταχεῖαν καταστροφὴν εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς γῆς.
|